
ις τελευταίες ημέρες του Μαρτίου του 1821 έμελλε να ξεσπάσει στην Ελλάδα η Επανάσταση, που κορύφωσε τα εθνικά κινήματα των Ελλήνων κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Η Επανάσταση αυτή, ζυμωμένη από τις θυσίες των απλών αγωνιστών, τις προετοιμασίες της Φιλικής Εταιρείας και την καθοδήγηση των οπλαρχηγών, κατόρθωσε, κατά τα πρώτα χρόνια, να σημειώσει μεγάλες επιτυχίες στη Γραβιά, στα Βασιλικά, στην Τριπολιτσά, στα Δερβενάκια και στο Βαλτέτσι, αλλά και στον θαλάσσιο αγώνα. Εξαπλώθηκε γρήγορα από τη Στερεά και την Πελοπόννησο στην υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά, κατεστάλη όμως στην Κρήτη, στη Μακεδονία, στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο. Οι Τούρκοι απαντούν με διώξεις και με εκτελέσεις, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε' (10 Απριλίου 1821) και η καταστροφή της Χίου, περίπου έναν χρόνο μετά. Ταυτόχρονα, οι Τούρκοι αντιμετώπισαν δυναμικά την επανάσταση του Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Η επανάσταση αυτή, που δέσμευε τουρκικά στρατεύματα στον Βορρά, έπαψε να υφίσταται μετά τον θάνατο του Αλή, τον Ιανουάριο του 1822.
Παράλληλα, οι επαναστάτες φρόντισαν για την εσωτερική οργάνωση του Αγώνα. Μετά τη σύνταξη της Πράξης των Καλτετζών (Μάιος 1821) συστάθηκε η «Πελοποννησιακή Γερουσία». Αργότερα (Νοέμβριος 1821) συστάθηκαν η «Γερουσία της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος» και ο «Άρειος Πάγος». Μέσα σε ένα κλίμα αντεκδικήσεων μεταξύ Φαναριωτών, οπλαρχηγών και προκρίτων, ξεκίνησαν οι εργασίες της Α' Εθνοσυνέλευσης στο χωριό Πιάδα της Επιδαύρου (Δεκέμβριος 1821). Καρπός της Α' Εθνοσυνέλευσης είναι το πρώτο Σύνταγμα της ελεύθερης Ελλάδας, το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος». Το Σύνταγμα αυτό μετονομάστηκε σε «Νόμο της Επιδαύρου» από τη Β' Εθνοσυνέλευση, που διεξήχθη στο Άστρος της Κυνουρίας (Μάρτιος-Απρίλιος 1823). Παρ' όλα αυτά, οι διενέξεις των κεφαλών της Επανάστασης δεν κατασιγάστηκαν, ενώ η επιρροή της Φιλικής Εταιρείας περιορίστηκε, για να κατευναστούν οι Δυνάμεις. Ουσιαστικά, η Εταιρεία έπεσε θύμα των διεκδικήσεων για την ηγεσία της Επανάστασης.
Η αντίδραση, εξάλλου, των Δυνάμεων απέναντι στην Επανάσταση υπήρξε αρχικά αρνητική και καταδικαστική. Η αδυσώπητη συντηρητική πολιτική της «Ιερής Συμμαχίας», την οποία καθοδηγούσε ο καγκελάριος της Αυστρίας, πρίγκιπας του Μέτερνιχ, στρεφόταν εναντίον κάθε απελευθερωτικού ή κοινωνικού κινήματος στην Ευρώπη. Η δράση του φιλελληνικού κινήματος και οι μελλούμενες γεωπολιτικές μεταβολές στην Ανατολική Μεσόγειο μετέβαλαν σύντομα το τοπίο. Από τις αρχές του 1823 άρχισε να σημειώνεται σταδιακή μεταστροφή της πολιτικής των Δυνάμεων υπέρ της Επανάστασης, αρχής γενομένης από την Αγγλία. Ο υπουργός Εξωτερικών της χώρας, ο Γεώργιος Κάνινγκ, υιοθέτησε μια ευνοϊκότερη στάση προς την Ελλάδα, αποβλέποντας σε επέκταση των αγγλικών συμφερόντων στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Η Αγγλία αναγνώρισε τον ναυτικό αποκλεισμό που είχαν επιβάλει οι Έλληνες στις ελληνικές θάλασσες και προσπάθησε να δεσμεύσει την πολιτική βούληση της Επανάστασης με τη χορήγηση δανείων. Η Ρωσία προσπάθησε να πλειοδοτήσει υποβάλλοντας το «Σχέδιο των Τριών Τμημάτων» (Ιανουάριος 1824), το οποίο απορρίφθηκε. Με την αναρρίχηση του Νικολάου Α' στον ρωσικό Θρόνο, η Ρωσία επέστρεψε δριμύτερη και υποχρέωσε την Οθωμανική Αυτοκρατορία να υπογράψει τη συνθήκη του Άκερμαν, τον Οκτώβριο του 1826. Οι θετικές διπλωματικές εξελίξεις για την Επανάσταση είχαν ήδη δρομολογηθεί από τον Απρίλιο του 1826, όταν υπογράφτηκε το «Πρωτόκολλο της Πετρούπολης» από την Αγγλία και τη Ρωσία. Οι όροι του εγγράφου αυτού διευρύνθηκαν τον Ιούλιο του 1827 από την «Ιουλιανή Σύμβαση του Λονδίνου», στην οποία συμμετείχε και η Γαλλία. Οι συμφωνίες αυτές αναγνώριζαν το δικαίωμα των Ελλήνων να αποκτήσουν κρατική υπόσταση και προσπάθησαν να επιβάλουν τη θέληση των Δυνάμεων (Αγγλίας, Ρωσίας, Γαλλίας) στην Υψηλή Πύλη.
Μολονότι οι διπλωματικές εξελίξεις ήταν, ως επί το πλείστον, θετικές, και παρ' όλη τη συγκινητική υποστήριξη του φιλελληνικού κινήματος, ο Αγώνας παρουσίαζε σημάδια παρακμής, καθώς οι έριδες εξελίχθηκαν σε εμφύλιο πόλεμο (1824-1825). Στο κατώφλι των σημαντικών αυτών εξελίξεων, σημαντικές κεφαλές της Επανάστασης θεώρησαν κατάλληλη τη στιγμή για να διεξαγάγουν πόλεμο φατριών. Η διαχείριση των δανείων, η σύγκρουση Βουλευτικού-Εκτελεστικού, οι διαξιφισμοί των Πελοποννησίων με τους Στερεοελλαδίτες και τους νησιώτες, οι θλιβερές συγκρούσεις της κυβέρνησης Κουντουριώτη με τους αντιπάλους της στην Πελοπόννησο, οι λεηλασίες, οι φυλακίσεις έμπειρων στρατιωτικών (όπως, για παράδειγμα, ο Κολοκοτρώνης), αλλά κυρίως ο χαμός, από αδελφικό χέρι άξιων αγωνιστών, όπως ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ήταν τα κυριότερα από τα αποτρόπαια επεισόδια ενός παράλογου πολέμου.
Εν τω μεταξύ, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ενισχύθηκε με τα τακτικά στρατεύματα που απέστειλε ο σουλτάνος της Αιγύπτου, Μωχάμετ Άλυ, υπό την ηγεσία του γιου του, του Ιμπραήμ. Αποδεκατισμένοι από τον εμφύλιο, οι επαναστάτες παρακολουθούσαν ανήμποροι την Επανάσταση να παραπαίει, με θλιβερό αποκορύφωμα την πτώση του Μεσολογγίου (Απρίλιος 1826). Η Κάσος και τα Ψαρά προστέθηκαν στον κατάλογο των μαρτυρικών νησιών που γνώρισαν τη μανία του εχθρού και καταστράφηκαν, όπως νωρίτερα η Χίος. Η ορμή των Τουρκοαιγυπτίων αναχαιτίστηκε στο Ναβαρίνο, τον Οκτώβριο του 1827, μετά την καταστροφή του στόλου τους από μεικτή ναυτική μοίρα των τριών Δυνάμεων. Μέσα σε μια ζοφερή ατμόσφαιρα συγκλήθηκε η Γ' Εθνοσυνέλευση στην Τροιζήνα (Απρίλιος 1827). Η Εθνοσυνέλευση ανέθεσε, για διάστημα επτά ετών, το αξίωμα του Κυβερνήτη στον Ιωάννη Καποδίστρια, πρώην υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας. Η ενέργεια αυτή, μαζί με τη θέσπιση πιο δημοκρατικού Συντάγματος, αποσκοπούσε στον κατευνασμό των ταραχών.