
Αγώνας των Ελλήνων για απελευθέρωση ξεκίνησε με βασικά προβλήματα εξοπλισμού, όπως καταθέτει ο Θ. Κολοκοτρώνης στα «Απομνημονεύματά» του. Η προμήθεια των αγωνιστών με αξιόπιστο και επαρκή οπλισμό ήταν καθοριστικής σημασίας για την επιτυχή έκβαση του Αγώνα. Τα όπλα στην αρχή της Επανάστασης, κατασκευασμένα στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου, προέρχονται από κληρονομιά, δωρεές, περιορισμένες αγορές ή λαφυραγωγία. Η απόκτηση όπλων για τους υπόδουλους Έλληνες αρχικά ήταν μια δύσκολη διαδικασία, αφού απαιτούσε χρήματα, μυστικότητα από τους Τούρκους, αλλά και την κατάλληλη εκπαίδευση. Αργότερα, για τον οπλισμό
των πολεμιστών φρόντιζαν η κεντρική και η τοπική Διοίκηση και ο οργανωμένος τακτικός στρατός, ενώ τα εφόδια ενισχύθηκαν με τα λάφυρα των επαναστατημένων Ελλήνων και με δωρεές των ομογενών εμπόρων και των φιλελληνικών εταιρειών και κομιτάτων της Ευρώπης, που προμήθευαν πλέον τους αγωνιστές με σύγχρονα όπλα ευρωπαϊκής προέλευσης.

Ελληνικό καριοφίλι
(αρχές 19ου αιώνα)
Ο δεσμός που είχαν οι Έλληνες αγωνιστές με τον οπλισμό τους ήταν ιδιαίτερος, εξαιρετικά στενός και προσωπικός, γεγονός που διαπέρασε τον χρόνο και, μέσα από διάφορες παραδόσεις και ντοκουμέντα, διαγράφεται μέχρι σήμερα: μέσα από τους στίχους των δημοτικών τραγουδιών, τις λαϊκές παραδόσεις, γεγονότα που έλαβαν τη διάσταση του μύθου (όπως ο Παλαιών Πατρών Γερμανός να ευλογεί τις σημαίες και τα όπλα των Ελλήνων επαναστατών στη Μονή της Μεγίστης Λαύρας), τις γκραβούρες και τις λιθογραφικές αναπαραστάσεις της εποχής, τις ονομασίες που έδωσαν οι αγωνιστές στα τουφέκια τους («Νταλιάνι», «Λαζαρίνα», «Βενετσιάνος»), ακόμα και μέσα από τα παρωνύμια που απέδωσαν οι ίδιοι οι οπλαρχηγοί στα όπλα τους (το καριοφίλι του Θ. Γρίβα και η σπάθη του Οδ. Ανδρούτσου έφεραν το παρωνύμιο «Ασήμω», το καριοφίλι του Αθ. Διάκου ήταν γνωστό ως «Παπαδιά», ενώ ο σισανές του Γ. Καραϊσκάκη ως «Βασιλική»). Παράλληλα, η οπλική εξάρτυση απέκτησε και συμβολικό χαρακτήρα για τους οπλαρχηγούς, υποδηλώνοντας την οικονομική δύναμη και την εξουσία των κατόχων. Τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή και τη διακόσμηση των όπλων ήταν το ξύλο, ο χάλυβας, ο χαλκός, το κόκαλο, το δέρμα, το ύφασμα, το φίλντισι, το μάργαρο, το σαβάτι, ενώ, ανάλογα με την οικονομική δύναμη και την ισχύ των αγωνιστών, οι χρυσοχόοι ή χρυσικοί, όπως τους ονόμαζαν στην Ήπειρο, διακόσμησαν με χρυσό και άργυρο, κοράλλια, μαργαριτάρια, και άλλες πολύτιμες ή ημιπολύτιμες πέτρες, λαβές, λεπίδες, κάννες, θήκες, μηχανισμούς, δίνοντας συχνά στην οπλική εξάρτυση τη μορφή του ανδρικού κοσμήματος και τον συμβολισμό του κύρους, ενώ παράλληλα αποτελούσε και ένα είδος επένδυσης.
Τα όπλα που χρησιμοποιήθηκαν από τους αγωνιστές του ΄21 ήταν αγχέμαχα και εκηβόλα. Από τα εκηβόλα όπλα αυτό που αποτέλεσε το έμβλημα του ελληνικού Αγώνα ήταν το
καριοφίλι, το «τυραννοκτόνον όπλον των κλεφτών και των αρματολών», που πήρε την ονομασία του από το εργοστάσιο της Βενετίας «Carlo e figlio» (Κάρλο & υιοί), το οποίο κατασκεύασε τα πρώτα καριοφίλια. Πρόκειται για μακρύκαννο εμπροσθογεμές τουφέκι που λειτουργούσε με μηχανισμό πυρόλιθου (τσακμακόπετρα) και οι πολεμιστές το αναρτούσαν στον ώμο τους με ιμάντα. Κάτω από την επιμήκη κάννη του όπλου αναπτύσσεται ο ξύλινος ξυστός, που στο εσωτερικό του δέχεται τον σιδερένιο οβελό (τουφεκόβεργα) για το γέμισμα της γόμωσης. Την περίοδο της Επανάστασης καριοφίλια κατασκευάζονταν στη Δημητσάνα και στη Νάουσα και οι μηχανισμοί πυροδότησης εισάγονταν κυρίως από την Ιταλία. Μακρύκαννα τουφέκια ήταν, επίσης, το αρμούτι, το
νταλιάνι (από τη λέξη «Ιταλιάνοι»), η
φιλίντρα (από τον τόπο προέλευσής του, τη Φλάνδρα), το
μάντζαρι, η
ντάστικα και ο
σισανές, μακρύκαννο εμπροσθογεμές τουφέκι με εξαγωνικό κοντάκι και οκταγωνική κάννη, που διέθετε εσωτερικά οκτώ αυλακωτές ραβδώσεις. Εκτός από τα καριοφίλια, οι αγωνιστές στην επίθεσή τους χρησιμοποιούσαν πιστόλες(κουμπούρες), κατασκευασμένες στην Ευρώπη, την Ανατολή ή τα Βαλκάνια, εμπροσθογεμείς, βραχύκαννες και μακρύκαννες, μονόκαννες ή δίκαννες («διμούτσουνες»). Οι πιστόλες συνήθως ήταν ζευγάρι και κάποιες από αυτές, με αργυρές ή επίχρυσες επενδύσεις και περίτεχνο διάκοσμο, αποτελούν εξαίρετα δείγματα τέχνης της ηπειρώτικης αργυροχρυσοχοΐας. Οι Έλληνες ναυμάχοι δεν κρατούσαν καριοφίλια, αλλά χρησιμοποίησαν τα
τρομπόνια, βραχύκαννα ευρύστομα όπλα που εκτόξευαν ταυτόχρονα πολλά σφαιρίδια.
Μπορεί το καριοφίλι να ταυτοποιήθηκε με τον Αγώνα του ΄21, αλλά τα αγχέμαχα ήταν τα όπλα που οι Έλληνες αγωνιστές θεωρούσαν ιερά, ήταν τα όπλα της παλικαριάς, που καταξίωναν τον πολεμιστή στη μάχη σώμα με σώμα. Με τα πυροβόλα όπλα κρατούσαν τον εχθρό σε απόσταση, αλλά τη νίκη έδιναν στη μάχη εκ του σύνεγγυς τα
σπαθιά και οι
μάχαιρες, που χρειάζονταν χέρι ατρόμητο και δυνατό. Η
πάλα, κυρτή πλατιά σπάθη, που τοποθετείτο σε θήκη και αναρτάτο με μεταξωτά κορδόνια από τον δεξιό ώμο ή τη μέση, ήταν το κυρίαρχο όπλο στις συμπλοκές, και γι’ αυτό απεικονίζεται στις γκραβούρες υψωμένη στα χέρια των πολεμιστών. Το κυρτό σχήμα της έδινε τη δυνατότητα για αποτελεσματικά και θανατηφόρα χτυπήματα. Στο «μεγάλο γιουρούσι» των Ελλήνων, την έξοδο του Μεσολογγίου, οι πολιορκημένοι με τις σπάθες τους κατάφεραν να ανοίξουν δρόμο μέσα από τον στρατό των Τουρκοαιγυπτίων. Το
γιαταγάνι, ένα είδος μεγάλης μάχαιρας, τουρκικής προέλευσης, που χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα στη Βαλκανική, τη Μ. Ασία, τη Μέση Ανατολή και τη Β. Αφρική, αποτελούσε το δεύτερο, αναπληρωματικό, σπαθί των Ελλήνων αγωνιστών. Η λεπίδα του γιαταγανιού είχε μία μόνο κόψη και σχήμα «S», δημιουργώντας καμπύλη κοίλη στο μέσο και κυρτή στην αιχμή. Η κοκάλινη ή αργυρή λαβή του ήταν συνήθως διακοσμημένη με κοράλλια ή ημιπολύτιμους λίθους και κατέληγε σε μια δίλοβη βάση, η οποία βοηθούσε στο σταθερό κράτημα του όπλου. Οι ξύλινες θήκες από τα γιαταγάνια και τις πάλες ήταν καλυμμένες με δέρμα και, πολλές φορές, έφεραν μπρούντζινες, αργυρές ή ακόμα και χρυσές, περίτεχνα διακοσμημένες, επενδύσεις. Επίσης, στη μάχη σώμα με σώμα οι Έλληνες αγωνιστές χρη σιμοποιούσαν
μάχαιρες και
εγχειρίδια. Συχνά, οι μάχαιρες είχαν πλούσια διακόσμηση από πολύτιμα μέταλλα και λίθους και αποτελούσαν μια πραγματική οπτική γλώσσα: φανέρωναν το επάγγελμα, το κύρος, την οικονομική κατάσταση, ακόμα και τις διαθέσεις του ιδιοκτήτη. Το
χαρμπί —τη μεταλλική ράβδο που χρησιμοποιούσαν για το γέμισμα των εμπροσθογεμών όπλων—, όταν έβγαινε από τη θήκη του, λειτουργούσε ως στιλέτο (μονοσκελές ή δισκελές).
Τον βασικότερο οπλισμό τους (πιστόλες, μαχαίρια, γιαταγάνι, χαρμπί) οι αγωνιστές τον τοποθετούσαν μέσα στις πτυχώσεις από το
σελάχι (ή
σελαχλίκι) τους, μια φαρδιά πολύπτυχη δερμάτινη ζώνη που έδενε στο πίσω μέρος με δύο λουριά, ήταν διακοσμημένη εξωτερικά με χρυσοκέντητο ύφασμα και φοριόταν μαζί με τη φουστανέλα. Μια σειρά ακόμα από μικροαντικείμενα συμπλήρωνε την αρματωσιά των αγωνιστών: οι
παλάσκες, οι μεταλλικές, δερμάτινες ή υφασμάτινες θήκες όπου έβαζαν τα προετοιμασμένα φισέκια, τοποθετούνταν ανά δύο στο πίσω μέρος από το σελάχι ή και σε ανεξάρτητη ζώνη, διακοσμημένη με μεταλλικές ροζέτες (τακάδες). Η μία παλάσκα ήταν για τα φισέκια του τουφεκιού και η άλλη γι’ αυτά των πιστολιών. Τις παλάσκες συνόδευε το
μεδουλάρι, μικρή μεταλλική θήκη όπου οι αγωνιστές τοποθετούσαν το λίπος (μεδούλι) για τη λίπανση και τον καθαρισμό των όπλων τους. Το μεδουλάρι κρεμόταν από μια λεπτή αλυσίδα στη μέση του αγωνιστή, στερεωμένη στο σελάχι ή στο ζωνάρι. Τον εξοπλισμό συμπλήρωναν οι
σέσουλες, μικροί μπρούντζινοι δοσομετρητές για τον ακριβή υπολογισμό της μπαρούτης των όπλων, το
μασάτι, σιδερένιο αμόνι για το τρόχισμα των λεπίδων, καθώς και οι παρουτοθήκες, δερμάτινα —κυρίως— δισάκια για τη μεταφορά της μπαρούτης, κρεμασμένα στην πλάτη. Τέλος, τα ξύλινα, αργυρά ή επίχρυσα ευρύστομα
τάσια και οι ξύλινες κούπες αποτελούσαν τα βασικά χρηστικά σκεύη στην καθημερινότητα των αγωνιστών.