
ο φαινόμενο του φιλελληνισμού, που αναπτύχθηκε τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα και γαλουχήθηκε μέσα στο κλίμα του κλασικισμού και του ρομαντισμού, έφθασε στην πλήρη του έκφραση με την Ελληνική Επανάσταση. Το ρεύμα αυτό προσέφερε σημαντική βοήθεια στην ελληνική υπόθεση, τόσο με την αποστολή χρημάτων, εφοδίων και εθελοντών όσο και με την πίεση υπέρ των Ελλήνων επαναστατών που άσκησε στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Ο φιλελληνισμός προσέλκυσε το ενδιαφέρον ορισμένων από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της εποχής. Οι ειδήσεις από τον Αγώνα που δημοσιεύονταν στις ευρωπαϊκές εφημερίδες, διογκωμένες και παραμορφωμένες υπέρ των κατορθωμάτων των Ελλήνων, αλλά και οι συστηματικές προσπάθειες ενθάρρυνσης των επιφανών Ελλήνων του εξωτερικού παρακίνησαν, ήδη από τους πρώτους μήνες της Επανάστασης, έναν μεγάλο αριθμό Ευρωπαίων να συγκεντρωθούν σε λιμάνια της Μεσογείου για να ταξιδέψουν στην επαναστατημένη Ελλάδα. Αρχικά, τους άνεργους στρατιωτικούς των Ναπολεόντειων πολέμων, που μετά την πανευρωπαϊκή αποστράτευση που ακολούθησε το Βατερλώ, είχαν βρεθεί χωρίς σταδιοδρομία και είδαν στον ελληνικό Αγώνα μια καλή ευκαιρία καριέρας. Υπήρχαν, επίσης, τα ριζοσπαστικά στοιχεία των πρόσφατα ναυαγισμένων επαναστατικών κινημάτων της Ιταλίας και της Ισπανίας που δεν έβρισκαν πουθενά καταφύγιο και ασφάλεια, καθώς οι μοναρχίες της Ευρώπης προχωρούσαν σε αμείλικτες εκκαθαρίσεις, αλλά και οι πολιτικά σκεπτόμενοι που θεωρούσαν χρήσιμο να υπάρχει μια ελεύθερη Ελλάδα για να περιορίσει τον «μεγάλο ασθενή». Οι φιλελεύθεροι ιδεολόγοι που είχε διαπαιδαγωγήσει η Γαλλική Επανάσταση, πολλοί ενθουσιώδεις φοιτητές γερμανικών κυρίως πανεπιστημίων, οι καλόπιστοι αρχαιολάτρες και, τέλος, οι ανέστιοι τυχοδιώκτες ή καιροσκόποι, για τους οποίους η Ελληνική Επανάσταση φάνταζε ως επικερδής περιπέτεια, καθώς πίστευαν ότι θα μπορούσαν να έχουν ευκαιρίες πλουτισμού σε μια ανεκμετάλλευτη χώρα. Έτσι, άρχισαν να συρρέουν —κυρίως από το λιμάνι της Μασσαλίας— οι εθελοντές, προς μια χώρα που είχε κάνει μεν έκκληση για χρήματα, πολεμοφόδια και «συμπαράσταση», αλλά δεν είχε ζητήσει ανθρώπινη ενίσχυση και ούτε μπορούσε να την υποδεχτεί και να την εντάξει εύκολα στους κόλπους της, καθώς υπήρχαν βασικά προβλήματα σίτισης, στέγασης και εξοπλισμού. Σε 1.000 περίπου υπολογίζονται οι εθελοντές που πήραν συνολικά μέρος στα πολεμικά γεγονότα, από τους οποίους οι 313 έχασαν τη ζωή τους στον αγώνα. Προέρχονται κυρίως από τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Αυστρία, λιγότεροι από την Πολωνία, την Ελβετία και τη Βρετανία, χωρίς να λείπουν και εκπρόσωποι από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, τα Βαλκάνια και την Αμερική. Ο Λόρδος Βύρων και ο Σατωβριάνδος (Chateaubriand) έμειναν ως οι κορυφαίοι εκφραστές του φιλελληνισμού. Στον ένοπλο αγώνα έδρασαν, επίσης, οι έμπειροι αξιωματικοί του
γαλλικού στρατού Βαλέστ (Baleste), Μαξίμ Ρεϊμπώ (M. Raybeau) και Κάρολος Φαβιέρος (Charles Fabvier), οι Σκοτσέζοι αξιωματικοί Τόμας Γκόρντον (Τ. Gordon) και Τζορτζ Φίνλεϋ (G. Finley), ο Βρετανός αξιωματικός του ναυτικού Φρανκ Χάστινγκς (F. Hastings), ο Γερμανός στρατηγός Νόρμαν (Normann), που τραυματίστηκε στη μάχη του Πέτα και πέθανε λίγους μήνες αργότερα στο Μεσολόγγι, ο Ελβετός Σεβαλιέ (Chevalier), ο συμπατριώτης του Ιωάννης-Ιάκωβος Μάγερ, που σκοτώθηκε μαζί με την οικογένειά του στην έξοδο του Μεσολογγίου, ο Πολωνός Μιζέφσκι (Mizewski), ο Ιταλός επαναστάτης και πρώην Υπουργός των Στρατιωτικών Σανταρόζα (Santorre Di Santa Rosa), που έχασε τη ζωή του στη Σφακτηρία.
Παράλληλα, σε πολλά αστικά κέντρα της Ευρώπης αλλά και στην Αμερική οργανώθηκαν τα περίφημα Φιλελληνικά Κομιτάτα υποστήριξης του Αγώνα με σκοπό την περίθαλψη του άμαχου πληθυσμού και την ενίσχυση των αγωνιζομένων με πολεμοφόδια, τρόφιμα και χρήματα, αλλά, κάποιες φορές, και την προώθηση των συμφερόντων της κάθε χώρας στην επαναστατημένη Ελλάδα. Τα πρώτα συστήθηκαν ήδη από το 1821 στη Βέρνη και στη Στουτγάρδη. Ο Γαλλοελβετός τραπεζίτης Ιωάννης Γαβριήλ Εϋνάρδος θα γίνει η ψυχή της φιλελληνικής κίνησης στην Ελβετία και στη Γαλλία. Από τα πιο δραστήρια Κομιτάτα, με ανθρωπιστική αλλά και πολιτική δράση, θα γίνουν αυτά του Λονδίνου, του Παρισιού και της Βοστώνης.
Παράλληλα, και ο πνευματικός κόσμος θα κινηθεί υπέρ των επαναστατημένων Ελλήνων. Ο ποιητής Σέλλεϋ (Shelley), φίλος του Βύρωνα, θα συνθέσει το λυρικό δράμα Hellas αφιερωμένο στον Αλ. Μαυροκορδάτο. Ο Βίκτορ Ουγκώ δημοσίευσε ποιήματα εμπνευσμένα από τον ηρωισμό των Ελλήνων αγωνιστών, και ιδιαίτερα του Κανάρη, ενώ και το έργο του Γκαίτε επηρεάστηκε από τα ιδεώδη του ελληνικού κλασικισμού. Ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι σε έναν πανηγυρικό λόγο για τον Πούσκιν το 1880 θα γράψει για το πνεύμα του «βυρωνισμού» μέσα στη σκοτεινή από οράματα Ευρώπη. Επίσης, Αμερικανοί ελληνιστές, όπως ο καθηγητής στο Χάρβαρντ Έντουαρντ Έβερετ (Edward Everett) ενίσχυσαν τον φιλελληνισμό στον τόπο τους. Συγχρόνως, και οι ευρωπαίοι ζωγράφοι και χαράκτες, υποστηρικτές του Διαφωτισμού, παρακινούμενοι από το κλίμα του φιλελευθερισμού και ένθερμοι θαυμαστές του αρχαιοελληνικού πνεύματος, φιλοτέχνησαν έργα που παρουσίασαν τον αγώνα των Ελλήνων ως αγώνα του πολιτισμού ενάντια στη βαρβαρότητα. Τα έργα των E. Delacroix, F. E. de Lansac, A. Deneuville, L. Liparrini, Fr. Hayez, G. Mazzola, L. B. Devouges, A. Scheffer, Ad. Friedel κ.ά, εμπνευσμένα από τα κρίσιμα γεγονότα του ελληνικού Αγώνα και τους ήρωες του, με κατανοητές και αληθοφανείς παραστάσεις και φορτισμένα ιδεολογικά, εντυπωσίασαν και παρακίνησαν τους ευρωπαίους.